Τα δάκρυα της κούκλας

Η Βίκη, μια νεαρή κοπέλα που μόλις γιόρτασε τα δέκατα γενέθλιά της, λαμβάνει ένα μυστηριώδες δώρο από τον πατέρα της, την κούκλα Στέφανη. Αυτή η κούκλα, που δεν μοιάζει με καμία άλλη, φέρνει μια ανατριχιαστική αλλαγή στην καθημερινότητα της Βίκης και στη ζωή της οικογένειάς της. Καθώς ο χρόνος περνά, οι εφιαλτικές εξελίξεις που συμβαίνουν στο σπίτι αρχίζουν να απειλούν την ακεραιότητα της οικογένειας. Η Στέφανη δεν είναι ένα απλό παιχνίδι και η παρουσία της φέρνει ανεξήγητες αλλαγές στη συμπεριφορά και την ψυχολογία των ανθρώπων γύρω της. Αυτή η κούκλα κρύβει ένα μυστικό που δεν πρέπει να ξεσκεπάσει κανείς. Και όποιος έχει πορσελάνινη κούκλα στο σπίτι του ή ένα παλιό κουκλάκι από το παρελθόν, θα μπορέσει ποτέ να την κοιτάξει με τον ίδιο αθώο τρόπο ξανά...





Αρχή



Όλα άρχισαν τον περασμένο μήνα . Τετάρτη, Τρίτη... Δεν θυμάμαι ακριβώς τι μέρα ήταν. Ούτε γνωρίζω τι μέρα έχουμε σήμερα, ή πόσο έχει ο μήνας. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως είχε γενέθλια η κόρη μου η Βίκη. Πιο συγκεκριμένα, ήταν τα δέκατα της γενέθλια και αυτό θα έκανε τη μέρα ξεχωριστή, όσο επιβαρυμένο και να ήταν το πρόγραμμα λόγω του φορτωμένου ωραρίου. Τελείωσα γύρω στις τέσσερις το μεσημέρι και ήθελα να της πάρω ένα δώρο για να την δω να γελάει... Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως θα έπρεπε να το είχα κάνει μία από τις προηγούμενες μέρες που είχα ρεπό και θα είχα περισσότερες επιλογές. Εκείνη την στιγμή το μόνο που ήταν ανοιχτό, ήταν ο ' Σταθμός', ένα από τα παλαιότερα μαγαζιά της πόλης. Αρχικά, όταν είχε ανοίξει περίπου εξήντα χρόνια πριν, ήταν παιχνιδάδικο  και βιβλιοπωλείο αλλά πλέον περισσότερο έμοιαζε με μαγαζί που πούλαγε αντίκες. Τα παλιά ξεφτισμένα κόκκινα γράμματα στην εξώπορτα, τα σκονισμένα ξύλινα ράφια, καθώς και η μυρωδιά ναφθαλίνης  σου έδιναν την εντύπωση για μαγαζί που ήταν έτοιμο να κλείσει, αλλά έμενε στη θέση του για εξήντα ολόκληρα χρόνια ακάθεκτο.


Φυσικά εκείνη την στιγμή δεν το σκέφτηκα πολύ, έτσι κατευθύνθηκα με το αυτοκίνητο μου στο κοντινότερο  πάρκινγκ. Περνώντας από την εξώπορτα, άκουσα τον ήχο των κουδουνιών που κρέμονταν στο πόμολο, και τον βραχνό βήχα του ιδιοκτήτη που περίμενε όρθιος. 


(Ιδιοκτήτης Καταστήματος) - Καλησπέρα! Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;


Με ένα αδιάκριτο βλέμμα τον κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω και στην συνέχεια απάντησα διστακτικά:


(Παύλος) - Γεια σας! Θα ήθελα να πάρω ένα δώρο για την κόρη μου. Βλέπετε, σήμερα κλείνει τα δέκα και θέλω να της πάρω κάτι ξεχωριστό...


Τότε ο γέρος καταστηματάρχης γύρισε από την άλλη δείχνοντας μου έναν διάδρομο και ψιθύρισε, "από εδώ...". Χάζευα σκεφτικός περίπου ένα τέταρτο τα ράφια με τα παιχνίδια που λογικά ήταν μεγαλύτερα και από εμένα. Όμως... Στο τελευταίο ράφι κοντά στο πάτωμα, λίγο πριν το τέλος του διαδρόμου,  παρατήρησα κάτι... Ήταν ένα παιχνίδι σαν τα άλλα, που έμοιαζε κάπως διαφορετικό... Παρόλο που το περιτύλιγμα ήταν σκονισμένο και γεμάτο ιστούς, αυτό που είχε μέσα έμοιαζε σαν καινούργιο. Ήταν μία κούκλα! Μία κούκλα που έμοιαζε δέκα γενιές μπροστά από τα υπόλοιπα παιχνίδια που βρίσκονταν γύρω της. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά και φόραγε μία άσπρη μπλούζα με ένα λευκό επίσης φουστάνι και μία μαύρη ζώνη που είχε πάνω της τρία κουμπιά. Το ένα έγραφε "Παίξε" και τα άλλα δύο "Παύση" και "Ηχογράφηση". Εκείνη την στιγμή σκεφτόμουν πως γίνεται να υπάρχει σε ένα μαγαζί με παλιατζούρες, ένα σύγχρονο παιχνίδι σαν και αυτό. Αλλά... Το βλέμμα μου είχε κολλήσει σε κάτι άλλο. Τα ματιά της... Δεν είχα δει ποτέ ξανά τόσο ρεαλιστικά και όμορφα μάτια σε κανένα παιχνίδι. Ήταν ένα χρώμα που δεν ήμουν καν σίγουρος αν υπήρχε στα βασικά χρώματα. Κάτι ανάμεσα σε πράσινο και σκούρο γκρι. Σκέφτηκα για μία στιγμή πως μάλλον βρήκα τι δώρο θα έπαιρνα στην κόρη μου. Άπλωσα το χέρι μου να την πιάσω σκύβοντας παράλληλα μα τότε...


(...) - Στέφανη...


Πετάχτηκα πίσω και έμεινα με το βλέμμα καρφωμένο στην κούκλα. Κάποιος μου ψιθύρισε το όνομα Στέφανη. Μα τι στο καλό;  Ήταν μήπως η ηχογραφημένη φωνή της κούκλας; Η αν δεν ήταν... Πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου κάτι με άγγιξε στον δεξί μου ώμο  και αυτή την φορά το όνομα ακούστηκε ξεκάθαρα:


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Στέφανη! Το όνομα της κούκλας που κοιτάς... Με συγχωρείς δεν ήθελα να σε τρομάξω!


Η ανάσα μου κόπηκε και μπορούσα να ακούσω την καρδιά μου να χτυπάει με γρήγορο σταθερό ρυθμό, όμως γύρισα και κοίταξα ανακουφισμένος τον γέρο που στεκόταν δίπλα μου και με έπιανε από τον ώμο.


(Παύλος) - Στέφανη; Θεέ μου! Πως είναι δυνατόν να φτάσατε δίπλα μου τόσο αθόρυβα;


Ο ηλικιωμένος καταστηματάρχης αγνοώντας  ότι του είπα, πήρε το χέρι του από πάνω μου και κάρφωσε τα μάτια του στα δικά μου λέγοντας:


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Λοιπόν, βλέπω ότι κοιτάζεις την κούκλα τόση ώρα. Θα την αγοράσεις;


(Παύλος) - Η αλήθεια είναι πως κάτι με ελκύει σε αυτή, αλλά δεν καταλαβαίνω... Ο τρόπος που μου μιλάτε... Τρέχει κάτι με την συγκεκριμένη κούκλα;


Στο χείλος του παππού σχηματίστηκε ένα αμήχανο χαμόγελο και έστρεψε όλο του το σώμα προς την κούκλα. Τότε με αργές κινήσεις ξεφυσώντας έσκυψε και  την έφερε στα χέρια του. Ξεσκόνισε άτσαλα το περιτύλιγμα, ίσα για να φαίνεται λίγο πιο καθαρά το πρόσωπο της και αναφώνησε:


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Να τρέχει κάτι; Όχι! Πως σου πέρασε από το μυαλό. Να απλώς... 


Πριν συνεχίσει να μιλάει, τοποθέτησε την κούκλα στο αριστερό του χέρι και μου την έδωσε να την κρατήσω. Δεν ξέρω... Κάτι περίεργο άρχισα να αισθάνομαι. Όσο περισσότερο την κοίταζα στα μάτια ένιωθα σαν... Σαν να με κοιτάζει και αυτή, με το ίδιο επίμονο και περίεργο ύφος. Η σιωπή όμως διακόπηκε ξανά  από την βραχνή φωνή του γέρου:


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Αυτή η κούκλα δεν είναι σαν τις άλλες... Αυτή η κούκλα...


(Παύλος) - Τι έχει;


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Κλαίει! Κλαίει σαν μικρό κοριτσάκι!


Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν αυτό που περίμενα να ακούσω. Για μία στιγμή χαλάρωσα και για πρώτη φορά από την ώρα που την έπιασα στα χέρια μου πήρα τα μάτια μου από πάνω της και κοίταξα τον γέρο απαντώντας:


(Παύλος) - Τι εννοείτε; Βρισκόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα, υπάρχουν παιχνίδια με τεχνητή νοημοσύνη. Πλέον κούκλες που κλαίνε, τις αλλάζεις, μιλάνε και κάνουν οτιδήποτε άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί για την ψυχαγωγία των παιδιών, είναι συνηθισμένες.


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Μάλλον δεν κατάλαβες... Όπως σου είπα και πριν δεν είναι ένα απλό παιχνίδι. Τα δάκρυα της... είναι, πέρα για πέρα αληθινά...


Η ώρα ήταν πέντε και μισή, θα έπρεπε να ήμουν εδώ και μιάμιση ώρα σπίτι και είχα έξι αναπάντητες από την γυναίκα μου. Θα έπρεπε να ανησυχεί στα αλήθεια. Είχα ξεχάσει εντελώς να ανεβάσω την ένταση του κινητού φεύγοντας από την δουλειά. Πήρα ένα χιουμοριστικό ύφος και απάντησα φανερά δύσπιστος:


(Παύλος) - Τότε θα πρέπει να της πάρω και χαρτομάντηλα...


Ο γέρος ιδιοκτήτης αναστέναξε απελπισμένος και σέρνοντας τα πόδια του στο μαρμάρινο έδαφος, κατευθύνθηκε προς το ταμείο όπου και περίμενε με τα χέρια σταυρωμένα. Μετά από μερικά δεύτερα χωρίς να το σκεφτώ , πήγα και στάθηκα απέναντι αφήνοντας το παιχνίδι δίπλα από την ταμειακή. Στη συνέχεια έβγαλε την τιμή από το κουτί και το τοποθέτησε σε μία καφέ χάρτινη σακούλα με έναν κόκκινο φιόγκο. Άφησα πενήντα ευρώ στο πάσο, λίγα περισσότερα από όσο κόστιζε και του είπα πως δεν θέλω ρέστα. Τελειώνοντας η όλη διαδικασία, μου έδωσε την σακούλα και χωρίς να βγάλει άχνα έβαλε το πενηντάρικο στην τσέπη του. Τον ευχαρίστησα και προχώρησα προς την έξοδο του μαγαζιού. Σκέφτηκα ότι θα είχε θυμώσει που τον ειρωνεύτηκα γιατί δεν είπε ούτε ένα ευχαριστώ που του άφησα παραπάνω λεφτά. Λίγο πριν κλείσω όμως την πόρτα τον άκουσα να μου λέει:


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Καλή σου μέρα... Μπαμπάκα...


Κρατώντας το πόμολο με το δεξί μου χέρι, γύρισα το κεφάλι μου και τον είδα να με κοιτάει με ένα βλέμμα ικανοποίησης. Στάθηκα εκεί για λίγο γεμάτος απορία. Μέσα μου σκέφτηκα πως ήταν ένας γέρος κοντά ογδόντα χρονών, οπότε ήταν πολύ πιθανόν να είχε αρχίσει να τα χάνει. Για αυτό μπορεί να πίστευε ότι η κούκλα κλαίει στα αλήθεια. Πριν η ατμόσφαιρα γίνει ακόμα πιο αμήχανη, έκλεισα δυνατά την πόρτα αφήνοντας τα κουδουνάκια να κάνουν θόρυβο και έφτασα γρήγορα στο παρκινγκ.


Η διαδρομή προς το σπίτι ήταν μισή ώρα, αλλά φάνηκε σαν να πέρασε σε πέντε λεπτά. Καθώς ανέβαινα τις σκάλες σκεφτόμουν πόσο καλύτερα θα ήταν να είχα ενδιαφερθεί μία από τις προηγούμενες μέρες για το δώρο αλλά και ότι θα είχα βρει σίγουρα κάτι καλύτερο από μία κούκλα που μαγνητοφωνεί ότι λες. Τώρα όμως δεν είναι ώρα να τα σκέφτομαι αυτά. Ήθελα επιτέλους να μπω στο σπίτι και να δείξω στην Βίκη μου το δώρο της. Άνοιξα την πόρτα και αντίκρισα αυτό που περίμενα. Ένα σπίτι γεμάτο μπαλόνια και παιχνίδια με την κόρη μου ανάμεσα τους να κάθεται κρατώντας μια πλαστική κατσαρόλα και ένα εξίσου πλαστικό κουτάλι. Δεν πρόλαβε να με δει και άρχισε να τρέχει πάνω μου πετώντας ότι κρατούσε στο πάτωμα φωνάζοντας "μπαμπά". Αφήνοντας την σακούλα κάτω την αγκάλιασα και την σήκωσα ψηλά κρατώντας την σφιχτά. Στη συνέχεια την προσγείωσα και της είπα όσο πιο γλυκά μπορούσα: "ορίστε, αυτό είναι για σένα!". Έπιασε γρήγορα την χάρτινη σακούλα και με δυο απότομες κινήσεις την έσκισε κοιτώντας με θαυμασμό το περιεχόμενο.


(Βίκη) - Μια κούκλα! Είναι η πιο όμορφη κούκλα που έχω δει ποτέ μου! Σε ευχαριστώ πολύ μπαμπά!


Χαμογέλασα και γονάτισα δίπλα της ψιθυρίζοντας:


(Παύλος) - Την λένε Στέφανη! Είναι η νέα σου φίλη!


(Βίκη) - Γεια σου Στέφανη, με λένε Βίκη! Θα περάσουμε τέλεια μαζί!


Ήμουν ευχαριστημένος που άρεσε στην κόρη μου το δώρο της. Σηκώθηκα αφού την φίλησα πρώτα στο μέτωπο και πήγα στην κουζίνα όπου περίμενα να βρω την γυναίκα μου. Σίγουρα είχε ετοιμάσει κάτι καλό να φάμε γιατί μύριζε όλο το σπίτι! 


Μπήκα στην κουζίνα, αλλά δεν ήταν πουθενά η Ηρώ... Το τραπέζι ήταν γεμάτο με φαγητά που έμοιαζαν σαν να είχαν βγει μόλις δέκα λεπτά από το φούρνο. Το έβλεπα από το καπνό, φαίνονταν ακόμα ζεστά. Μετά από τόση ταλαιπωρία ήμουν έτοιμος να κάτσω μόνος μου στο τραπέζι, μα έπρεπε να βρω την Ηρώ. Σίγουρα θα είχε αγχωθεί μετά από δύο ώρες που δεν απαντούσα στις κλήσεις της. Άρχισα να κινούμε από το σαλόνι προς την κρεβατοκάμαρα, όμως φαινόταν σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος στο σπίτι. Απόρησα... Που θα μπορούσε να ήταν; Μήπως είχε πάει στο μίνι μάρκετ γιατί της έλειπε κανένα συστατικό; Θα πάω να ρωτήσω την μικρή "σκέφτηκα". Πριν προλάβω όμως... Τα φώτα έκλεισαν! Όλο το σπίτι βυθίστηκε μες το σκοτάδι και η Βίκυ άρχισε να τσιρίζει. 


(Παύλος) - Βίκη! 


Άνοιξα το φακό του κινητού μου και έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα να δω αν έπαθε κάτι! Έφτασα κοντά της και ακόμα φώναζε! Την άρπαξα γρήγορα στην αγκαλιά μου και προσπάθησα να την ηρεμήσω λέγοντας της " μην φοβάσαι, είναι εδώ ο μπαμπάς, δε θα σε πειράξει κανείς!". Ξαφνικά, άρχισε να ακούγεται από πάνω μας ένας θόρυβος... Σαν βήματα! Βήματα που ήταν ασυγχρόνιστα μεταξύ τους. Ξεροκατάπια ενώ παράλληλα προσπαθούσα να καθησυχάσω τη κόρη μου. Σκέφτηκα πως θα είχε μπει κάποιος στο σπίτι. Έπρεπε να πάρω κάτι να αμυνθώ, αυτός ο ψυχάκιας μπορεί να είχε κάνει κακό στην γυναίκα μου. 


(Παύλος) - Αγάπη μου, κάτσε λίγο εδώ, ο μπαμπάς πάει να δει αν μπορεί να ανοίξει το φως!


(Βίκη) - Θα έρθεις γρήγορα πίσω, έτσι;


Με όσο κουράγιο μου είχε απομείνει πήρα μια βαθιά ανάσα και απάντησα:


(Παύλος) - Εννοείτε! Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς!


Έτσι ήθελα να πιστέψω και εγώ καθώς άρπαζα το σιδερένιο άγκιστρο από το τζάκι κατευθυνόμενος προς την σοφίτα. Ήμουν στον διάδρομο και περπατούσα αργά προβάλλοντας το αριστερό μου χέρι καθώς κρατούσα το σίδερο με το άλλο. Αν και τα μάτια μου είχαν εξοικειωθεί με το σκοτάδι, δυσκολευόμουν να δω, πόσο μάλλον να παρατηρήσω κάποιον που κινούταν απέναντι μου. Τα βήματα ακούγονταν δυνατότερα και δίσταζα να προχωρήσω περισσότερο. Όμως, κάτι σαν παράσιτα τηλεόρασης από την δεκαετία του ογδόντα ακούστηκαν μέσα από  την κρεβατοκάμαρα. Πριν προλάβω να γυρίσω εκεί όμως...


(...) - Μπαμπά! Φοβάμαι το σκοτάδι! Γιατί έφυγες από δίπλα μου;


Πάγωσα... Αυτή, δεν ήταν η φωνή της κόρης μου... Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήταν ένα μέτρο μακριά μου και μισάνοιχτη. Πλησίασα κι άλλο σέρνοντας ασυνείδητα τα πόδια μου στο πάτωμα και τρέμοντας στη σκέψη του τι μπορεί να βρίσκονταν εκεί μέσα... Την έσπρωξα ελαφρά για να ανοίξει τελείως και...


Άνοιξαν! Ακούστηκε ένα μπαμ και τα όλα τα φώτα επανήλθαν. Στο δωμάτιο που πήγα να μπω δεν ήταν κανένας! Κοίταζα παντού τρομοκρατημένος! 


(Παύλος) - Μα δεν μπορεί! Αφού το άκουσα!


Άρχισα με γρήγορα βήματα να γυρνάω πίσω στο διάδρομο. Περπάταγα νευρικά και με τα μάτια γουρλωμένα μέχρι που... Έπεφτε σκόνη από την σοφίτα... Πλησίασα ξανά θολωμένος αλλά πριν φτάσω άνοιξε απότομα και έπεσε η σκάλα! Έπεσα πίσω με το πρόσωπο μου στραμμένο στην σκάλα. Τότε, δυο πόδια φάνηκαν να κατεβαίνουν...


(Παύλος) - Ηρώ!;


(Ηρώ) - Αποφάσισες να έρθεις; "απάντησε κατεβαίνοντας τις σκάλες".


(Παύλος) - Τι συμβαίνει; Τι κάνεις στην σοφίτα;


(Ηρώ) - Από ότι φαίνεται κάηκε η αντίσταση της κουζίνας. Θα πρέπει να καλέσουμε ηλεκτρολόγο να την αντικαταστήσει. Εσύ που ήσουν τόση ώρα; Τηλέφωνο δεν έχεις;


(Παύλος) - Είχα πάει να πάρω δώρο της μικρής. Μισό λεπτό, αφού εσύ ήσουν πάνω, τότε ποιος ακούστηκε πριν λίγο μέσα από το δωμάτιο;


Καθώς μίλαγα με την Ηρώ, εμφανίστηκε η Βίκυ κρατώντας την νέα φίλη της αγκαλιά.


(Βίκη) - Μαμά! Που ήσουν τόση ώρα; 


Κοίταξα την μικρή αγριεμένος και είπα με αυστηρό ύφος:


(Παύλος) - Βίκυ τι έκανες ακριβώς στο δωμάτιο μας; Δεν σου είπα να κάτσεις ήσυχη στο σαλόνι;


(Βίκυ) - Δεν ήμουν εγώ μπαμπά! Η Στέφανη! Μου είπε ότι ήθελε να δει αν είσαι καλά!


(Ηρώ) - Ποια είναι η Στεφ... 


Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση της την διέκοψα:


(Παύλος) - Μα φυσικά! Πως δεν το σκέφτηκα! Η Στέφανη το έκανε έτσι; Ξέρεις ότι θα μπορούσα να σε είχα χτυπήσει; Αν ξαναπείς ψέματα θα περάσεις την υπόλοιπη μέρα στο δωμάτιο σου!


Η μικρή δάκρυσε. 


(Βίκη) - Αλήθεια λέω...


<<Τώρα μεταξύ μας, ποιος θα πίστευε την δεκάχρονη κόρη του, που κατηγορούσε ένα άψυχο πλάσμα για ένα κακόγουστο αστείο που σκαρφίστηκε μες το σκοτάδι...


... Η μέρα μετά από αυτό κύλησε ομαλά. Φάγαμε όλοι μαζί, στην συνέχεια είδαμε ταινία, και μετά πήγαμε για ύπνο. Τίποτα το ασυνήθιστο. Σαν μία κανονική οικογένεια.>> 




                                                                                         *****


Δύο εβδομάδες αργότερα, θα μπορούσα να πω με σιγουριά πως όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Στο περίπου... Τελικά ο γέρος παίζει να τα είχε χάσει για τα καλά. Η κόρη μου κάθε μέρα ήταν αγκαλιά με την Στέφανη, η οποία πέρα από το να επαναλαμβάνει ότι λέει η Βίκη με την δικιά της ψυχρή φωνή, ούτε έκλαιγε και ούτε έκανε κάτι το ασυνήθιστο. Από την μεριά της κόρης μου όμως δε μπορώ να πω το ίδιο... Τις τελευταίες εβδομάδες, δηλαδή μετά τα γενέθλια της, φέρεται παράξενα. Από την επόμενη κιόλας μέρα άρχισε να μου υπενθυμίζει ότι η Στέφανη είναι η καλύτερη της φίλη. Όλοι είχαμε παιχνίδια μικροί που τα ξεχωρίζαμε από τα υπόλοιπα, αλλά προσωπικά ποτέ δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να θεωρώ ένα παιχνίδι κομμάτι της οικογένειας. Πόσο μάλλον να έχω την απαίτηση από τους γονείς μου να του φέρονται σαν να είναι και αυτό παιδί τους...


Στην αρχή το πήρα στη πλάκα, δε λέω. Τρώγαμε όλοι μεσημεριανό και η Βίκυ ξαφνικά μας ανακοίνωσε ότι η Στέφανη της είπε, ότι θέλει να της φερόμαστε σαν να ήταν παιδί μας. Αυτή πάλι από την θέση της, θα μας φώναζε μπαμπά και μαμά. Εγώ στην αρχή γέλασα και είπα: "αν είναι να μας φωνάζει και έτσι δεν υπάρχει θέμα τότε". Η Ηρώ όμως είχε κάποια θέματα στην δουλειά και σίγουρα καθόλου όρεξη για πλάκα, έτσι της είπε ότι αν συνεχίσει να έχει τόσο εμμονή με την κούκλα, θα της την πάρει. Ήταν αρκετά σκληρό αλλά τώρα που το σκέφτομαι... Μακάρι να ήταν τόσο απλό όσο ακουγόταν.


Συχνά όταν μιλούσα της Βίκυς, ηχογραφούσε με την κούκλα αυτό που ήθελε να πει και πατούσε το κουμπί για να ακουστεί από τη Στέφανη... Πάντα πριν μιλήσει υπήρχαν παράσιτα τα πρώτα δύο δευτερόλεπτα όπως και αυτά εκείνο το βράδυ... Βέβαια, τότε ακόμα πίστευα πως το είχε κάνει η Βίκη για να με τρομάξει. Μικρό παιδί είναι άλοστε, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τόσο σοβαρά τον κίνδυνο. Όπως ανέφερα και πριν, η Ηρώ δεν είχε και την καλύτερη γνώμη για την νέα φίλη της κόρης μας. Κάπου προς το τέλος της δεύτερης ευδομάδας από την άφηξη της κούκλας στο σπίτι, η Ηρώ έβαλε τιμωρία την Βίκη γιατί είχε παρατήσει τα μαθήματα της και έπαιζε συνέχεια με την Στέφανη. Συνοπτικά, η τιμωρία ήταν η εξής: "Τέλος η Στέφανη μέχρι το καλοκαίρι!"...




Και κάπου εδώ, τα πράγματα άρχισαν να γίνονται όλο και πιο αναπάντεχα...




Μετά από μία συνηθισμένη μέρα ρουτίνας δουλεύοντας υπερωρίες, μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για το σπίτι. Εκείνο το πρωί πήγα στη δουλειά περίπου στις έξι, οπότε η Ηρώ θα πήγαινε την Βίκη σχολείο αντίθετα με τις υπόλοιπες μέρες που ήταν δουλειά μου. Έφτασα στο σπίτι, ανέβηκα τις σκάλες βαριανασαίνοντας από την κούραση, και άνοιξα την πόρτα. Στο σαλόνι και γύρω στη κουζίνα δε φάνηκε να ήταν κανείς οπότε πήγα κατευθείαν προς τη κρεβατοκάμαρα. Ούτε εκεί βρήκα κανέναν. Μπορώ να πω πως πάγωσα για λίγο. Είχα αποφασίσει να πάρω την Ηρώ τηλέφωνο, αλλά πριν από αυτό ήθελα να κοιτάξω πρώτα στο δωμάτιο της Βίκης . Έσπρωξα την ξύλινη πόρτα που άνοιξε με ένα τρίξιμο και αντίκρισα την κόρη μου στο ξαπλωμένη κρεβάτι, με τα μάτια της γουρλωμένα να χάνονται στο κενό... Ένιωσα ένα περίεργο συναίσθημα και ένα ελαφρύ ρίγος σκέπασε το σώμα μου.


(Παύλος) - Βίκη; Είσαι καλά; Τι συμβαίνει;


Την πλησίασα και στάθηκα κοντά της. Εκείνη γυρνώντας το κεφάλι αργά κοιτώντας με στα μάτια, άνοιξε τα χείλη της που έτρεμαν, και ψιθύρισε:


(Βίκη) - Μπαμπά! Η... Η μαμά έφυγε.


(Παύλος) - Τι εννοείς κορίτσι μου; Που πήγε;


(Βίκη) - Δεν ξέρω... Αλλά... Αυτή...


Τότε με ένα ουρλιαχτό ξέσπασε στα κλάματα, με εμένα να είχα μείνει να την κοιτάω με ένα αχανές βλέμμα. Την πλησίασα κι άλλο μέχρι που την χάιδεψα απαλά στο μέτωπο της σε μια προσπάθεια να την ηρεμήσω. Που στο καλό μπορεί να πήγε η Ηρώ... Δεν πρόλαβα να κάνω δεύτερη σκέψη καθώς είδα τη Βίκυ να σταματάει απότομα το κλάμα και να με κοιτάει με τρόμο ξεστομίζοντας:


(Βίκη) - Μπαμπά; Που είναι η Στέφανη; Σε παρακαλώ πες μου ότι την είδες. Δεν έπρεπε να την είχε πάρει η μαμά. Δεν επ...


Πριν προλάβει να ξαναπεί την ίδια φράση, λύγισε ξανά, και τα δάκρυα σκέπασαν το κόκκινο πρόσωπο της. Ακούγοντας αυτά που μόλις είχε πει, τινάχτηκα από δίπλα της και φώναξα οργισμένος.


(Παύλος) - ΑΡΚΕΤΑ ΠΙΑ! ΦΤΑΝΕΙ ΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΟΥΚΛΑ, ΩΣ ΕΔΩ! ΘΑ ΔΩΣΩ ΕΝΑ ΤΕΛΟΣ ΣΕ ΟΛΟ ΑΥΤΟ! 


Η Βίκυ συνέχιζε να κλαίει αποπνικτικά καθώς έβγαινα από το δωμάτιο αποφασισμένος να πετάξω την κούκλα και να πάρω τηλέφωνο την Ηρώ. Οι σκέψεις μου περνώντας από τους διαδρόμους ήταν μεικτές. Από την μία η Ηρώ... Από την άλλη η Στέφανη... Δεν γίνεται να είχαν σχέση, απλά η Βίκη είχε θυμώσει που της πήρε η μητέρα της την κούκλα. Ωστόσο ακόμα και έτσι να ήταν, δεν δικαιολογείται να έχει αφήσει η γυναίκα μου μόνη της την κόρη μας και να είχε εξαφανιστεί χωρίς δώσει ούτε ένα σημάδι ζωής. Έβγαλα το κινητό από την τσέπη μου και πήγα στις επαφές. Βρήκα το όνομα της Ηρώς μα πριν προλάβω να την καλέσω...


Το κινητό γλίστρησε... Έπεσε στο πάτωμα. Δεν κοίταξα καν να δω αν έσπασε. Δεν μπορούσα δηλαδή. Μόλις είχα μπει στην κρεβατοκάμαρα, και εκεί ήδα κάτι που δεν ήμουν έτοιμος να δω. Ήταν η Στέφανη, καθισμένη στο κρεβάτι... Τότε μου ήρθε στο μυαλό ότι πριν από λίγο δεν βρίσκοταν στο ίδιο σημείο... Αυτό που παρατήρησα όμως, ήταν πολύ πιο περίεργο. 


Η κούκλα... Η κούκλα έκλαιγε! Όχι δεν ήταν ψεύτικο κλάμα ή ένας απλός ηχογραφημένος ήχος. Τα δάκρυα της, μπορούσα να τα δω! Ακόμα και απο μακριά. Η άσπρη της μπλούζα ήταν πλέον βρεγμένη! Τα πόδια μου άρχισαν να βαραίνουν, σαν να μην ήθελαν να πλησιάσω... Δεν γινόταν όμως να κάνω αλλιώς . Στάθηκα δίπλα της και άπλωσα το χέρι μου στο πρόσωπό της. Ήθελα να δω! Δε θα μπορούσε να ήταν πραγματικό κάτι τέτοιο! Τοποθέτησα τα δυο μου δάχτυλα στο δεξί της μάγουλο, και με αργές κινήσεις τα έσυρα ως το άλλο. Ήταν υγρό! Σχεδόν όλο το πρόσωπο της ήταν καλυμμένο με δάκρυα, πραγματικά δάκρυα... Δεν μπορούσα να κρατήσω άλλο την ψυχραιμία μου... Έπιασα την κούκλα και την πέταξα στο πάτωμα κοιτώντας την με μίσος.


(Παύλος) - ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ! ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΣΕ ΕΦΕΡΑ Η ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΤΑ ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΤΗΣΕΙ ΟΛΑ!


 Αυτό το παιχνίδι με είχε κάνει να τα χάσω. Τι το ιδιαίτερο έχει πια! Γιατί να μην είναι μία κούκλα σαν τις άλλες και έχει κολλήσει τόσο πολύ η Βίκη μαζί της. Γύρισα πίσω στη πόρτα και άρπαξα το τηλέφωνο από το πάτωμα. Κάλεσα τέσσερις φορές την Ηρώ αλλά δε το σήκωνε. Δεν καταλάβαινα ειλικρινά. Πήγα ξανά στο δωμάτιο της κόρης μου και πριν προλάβω καν να περάσω από την πόρτα την ρώτησα έντονα: 


(Παύλος) -Βίκη! Σε παρακαλώ πες μου! Που είναι η μαμά; Σου είπε ότι θα πάει κάπου;


Αντί για απάντηση όμως αυτό που έλαβα ήταν ένα αρνητικό νεύμα από το κατακόκκινο πρόσωπο της. Φαινόταν σαν να έλεγε την αλήθεια. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο τρόμο και απορία. 


(Παύλος) -Σε παρακαλώ κορίτσι μου... Δεν μπορεί να εξαφανίστηκε... Πότε την είδες τελευταία φορά;


(Βίκη) -Το πρωί. Ξύπνησα και ετοιμάστηκα για το σχολείο και τότε...


Τα λόγια έβγαιναν με δυσκολία από μέσα της. Κάτι δεν πήγαινε καλά...


(Βίκη) - Τότε αυτή πήγε στο πατάρι... Μου είπε πως ήθελε να βεβαιωθεί για κάτι. Μετά οι ώρες πέρασαν και πήγα να δω τι συμβαίνει. Δεν τη βρήκα πουθενά... Και το μόνο που βρήκα στο πατάρι ήταν τη Στέφανη. Μπαμπά! Η Στέφανη ήταν θυμωμένη με τη μαμά! Αυτή θα ξέρει που είναι! Δεν έπρεπε να την είχε...


(Παύλος) -ΑΡΚΕΤΑ! ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΚΟΥΣΩ ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΚΟΥΚΛΑ! ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ! 


Έκανα μια παύση και ακολούθησε σιγή για αρκετή ώρα καθώς έβλεπα την κόρη μου να με κοιτάει τρομαγμένη. Χαμήλωσα τον τόνο της φωνής μου και συνέχισα λέγοντας:


(Παύλος) -Δε μπορείς να κατηγορείς ένα παιχνίδι για ότι συμβαίνει μέσα στο σπίτι. Θα βρω την μητέρα σου και στη συνέχεια θα ξεφορτωθώ την Στέφανη μια και καλή... Αν ήξερα ότι θα πάθαινες τόση εμμονή μαζί της, θα σου έπαιρνα ένα βιβλίο η μία μπλούζα.


<<Μακάρι να ήταν τόσο απλό, το σκέφτομαι τώρα και καταριέμαι την ώρα και την στιγμή που έφερα αυτό το πράγμα στο σπίτι μας...


...Μέχρι τότε οι αντιδράσεις μου μπορεί να ήταν λίγο υπερβολικές σκεφτόμουν, αλλά δε θα μπορούσα να φανταστώ τι θα ακολουθούσε. Οι μέρες πέρασαν και η Ηρώ δεν εμφανίστηκε ποτέ. Κάλεσα την αστυνομία, τους δικούς της, ακόμα και τον πρώην της αλλά τίποτα. Απλά εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνος ζωής. Όσους και να ρώτησα στην γειτονιά, κανένας δεν την είχε δει από την μέρα που χάθηκε...


Όσο για τη Στέφανη... Την πέταξα από την επόμενη κιόλας μέρα. Η Βίκη με παρακαλούσε να την αφήσω, μα το είχα αποφασίσει. Είχα πολλά στο κεφάλι μου για να ασχολούμαι με ένα άψυχο αντικείμενο. Ωστόσο, ακόμα και να μην το παραδέχομαι, έγινε κάτι που με έχει στοιχειώσει από εκείνη τη μέρα. Θυμάμαι να κατεβαίνω τις σκάλες και να είχα τη Στέφανη αγκαλιά έτοιμος να τη πετάξω. Στο άλλο μου χέρι κρατούσα μια ομπρέλα, διότι έβρεχε ακατάπαυστα εδώ και ώρες. Τότε, λίγο πριν ανοίξω τον κάδο, ένιωσα κάτι... Η μπλούζα μου ήταν βρεγμένη ενώ δε μπορούσε να την αγγίξει η βροχή. Χαμήλωσα το κεφάλι και έριξα ένα βλέμμα στη Στέφανη. Τα μάτια της... Έκλαιγε και αυτή την φορά μα τώρα κάτι πήγαινε λάθος. Η κούκλα που είχα αγοράσει εγώ είχε πράσινα με γκρι μάτια... Κοίταξα ξανά να δω αν κάνω λάθος. Το χρώμα που φαίνονταν θολά μέσα από τα δάκρυα της ήταν καφέ σκούρο. Δε θα μπορούσα να είχα κάνει τόσο μεγάλο λάθος ή να είχα μπερδευτεί. Η διαφορά ήταν φανερή. Κάθισα τρία λεπτά δίπλα από τον κάδο ανακύκλωσης και σκεφτόμουν. Όχι... Δε θα το κάνω αυτό στον εαυτό μου. Δε θα με κάνει ένα παιχνίδι παρανοϊκό. Έχω πολύ σημαντικότερα πράγματα να κάνω από το να προσπαθώ να θυμηθώ αν άλλαξε κάτι στη κούκλα και τι είναι αυτό. Η γυναίκα μου αγνοείται και η κόρη μου είναι σε έτοιμη να πέσει σε κατάθλιψη. Έτσι το πήρα απόφαση! Άνοιξα τον κάδο και την άφησα να πέσει μέσα αποφεύγοντας να ξανακοιτάξω το πρόσωπο της.>>


Η Στέφανη, ήταν πλέον παρελθόν...


...Έτσι πίστευα!




                                                                                         *****




Κάπου εδώ βρισκόμαστε στο παρόν. Δύο εβδομάδες αργότερα τα πάντα γύρω μου μοιάζουν ανούσια. Η Ηρώ δεν είναι πουθενά με την αστυνομία να μην έχει βρει το παραμικρό στοιχείο. Η Βίκη έχει πάει δύο φορές σχολείο από την μέρα που εξαφανίστηκε η μητέρα της, και τις δύο με πήραν τηλέφωνο να μου πουν πως έκλαιγε και πως πρέπει να τη κρατήσω στο σπίτι. Εγώ έχω πάρει άδεια από τη δουλειά και περιπλανιέμαι στους διαδρόμους του σπιτιού μου. Πολλές φορές κάθομαι και κοιτάζω παλιά οικογενειακά άλμπουμ από τις μέρες που όλα ήταν υπέροχα... Μετά, παίρνω τηλέφωνο το αστυνομικό τμήμα να δω αν έχουν βρει κανένα στοιχείο. Μάταια όμως... Ο χρόνος κυλάει μαρτυρικά και οι ελπίδες μου πεθαίνουν μέρα με τη μέρα. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, κάθε βράδυ βλέπω στον ύπνο μου το ίδιο όνειρο...


Βλέπω την Ηρώ, να κοιμάται και ξαφνικά να πετάγεται από το κρεβάτι της. Στη συνέχεια τη βλέπω να τρέχει και να κοιτάζει πίσω της, πηγαίνοντας προς το πατάρι. Ανεβαίνει γρήγορα τις σκάλες και κατευθύνεται προς κάτι που δε μπορώ να παρατηρήσω. Σε αυτό το σημείο του ονείρου, τα πάντα φαίνονται θολά. Τη βλέπω να φεύγει αργά και να την τυλίγει το σκοτάδι... Ώσπου εξαφανίζεται τελείως... Πριν ξυπνήσω όμως, βλέπω και κάτι ακόμα! Βλεπώ το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου και να βυθίζομαι στο κενό! Κοιτάω προς τα πάνω και καθώς πεύτω, βλέπω δυο μάτια να με κοιτάνε. Όσο συμβαίνει αυτό δε μπορώ να κουνηθώ καθόλου ωσότου ξυπνήσω. Απλά κοιτάω προς τα πάνω... Όταν ξυπνήσω πια, ανασαίνω με γρήγορους ρυθμούς και είμαι καταϊδρωμένος... Αυτό επαναλαμβάνεται κάθε βράδυ εδώ και δέκα περίπου μέρες. Επίσης είναι και ο λόγος που δεν κοιμάμαι σχεδόν καθόλου. Είναι τόσο αληθινό... Έχω αρχίσει να ψάχνω ιστοσελίδες που εξηγούν τα όνειρα και να παίρνω τηλέφωνο αστρολόγους, μα τίποτα. Όλοι μου λένε ότι είναι λόγω της πίεσης και των συνθηκών... Έτσι άρχισα να συμβιβάζομαι με αυτό...




" Την επόμενη μέρα στις τρεις το πρωί"




(Παύλος) - Δε το πιστεύω! Πάλι το ίδιο! Κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο... Δεν αντέχω άλλο!


Οι παλμοί μου για ακόμα ένα βράδυ είχαν φτάσει στα ύψη και ήμουν σίγουρος ότι δε θα κοιμόμουν μετά από αυτό. Κάθισα για ένα δεκάλεπτο να σκεφτώ τι είχε συμβεί στον ύπνο μου. Τότε, με τρόμο συνειδητοποίησα πως το όνειρο δεν ήταν πλέον το ίδιο. Κάθε βράδυ έβλεπα ότι ακολουθούσα την Ηρώ, αλλά απόψε τα πάντα έμοιαζαν να ήταν από πρώτο πρόσωπο. Απλά ανέβηκα στο πατάρι πλησίασα κάτι και μετά ξύπνησα. Γιατί δε βυθίστηκα όμως στο σκοτάδι; Τι είχε αλλάξει απόψε!;


"Οι σκέψεις χόρευαν μες το κεφάλι μου, μα τότε παρατήρησα κάτι που άρχισε να με τρομοκρατεί πραγματικά"


Δεν είχα αφήσει τη πόρτα ανοιχτή! Άνοιξα τα φώτα απότομα και με μία έκφραση αγωνίας πλησίασα την ορθάνοιχτη πόρτα. Βγήκα στον διάδρομο και πέρασα από το δωμάτιο της Βίκυς να δω αν είναι καλά. Και τότε ήταν που το είδα... Το πατάρι ήταν ανοιχτό και δύο πόδια φάνηκαν από τις σκάλες και έμοιαζαν σα να ανεβαίνουν. Έκανα γρήγορα δυο βήματα πίσω και έτριψα τα μάτια μου με την ελπίδα να κοιμόμουν. Όποιος και να ήταν αυτός, είχε ανεβεί και τώρα ακουγόταν ένα ελαφρύ τρίξιμο από τις σκάλες.


Τις έκλεισε! Δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω και ούτε χρόνο για να σκεφτώ. Μπήκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα πίσω στο υπνοδωμάτιο και άρπαξα έναν φακό από το κομοδίνο και το ρόπαλο που είχα δίπλα. Άνοιξα το φακό βγήκα στο χολ και σημάδεψα το πατάρι. Δεν ήθελα να πάω εκεί πάνω. Δεν είχα και άλλη επιλογή όμως. Αν καλούσα την αστυνομία και περίμενα μπορεί να έφευγε από το παράθυρο της σκεπής. Έπρεπε να πάω! Πλησίασα αργά με το ρόπαλο πίσω στον ώμο μου, και χτύπησα το ταβάνι με αυτό για να πέσουν οι σκάλες. Ακούστηκε το γνωστό τρίξιμο ξανά. Οι σκάλες άνοιξαν! Μπορούσα να ακούσω τους χτύπους της καρδιάς μου και ένιωθα τον παγωμένο αέρα που έβγαινε από πάνω. Πήρα μία βαθιά αναπνοή και πάτησα σταθερά στο πρώτο σκαλοπάτι. Μέχρι να ανέβω, τα σκαλιά έμοιαζαν ατελείωτα και σκεφτόμουν κάθε στιγμή να τα παρατήσω. Υπό κανονικές συνθήκες θα το είχα κάνει... Μα ότι και να βρίσκονταν εκεί πάνω, με τραβούσε! Φτάνοντας, πριν ανεβάσω ολόκληρο το σώμα μου, έριξα μια γρήγορη ματιά να δω αν ήταν κανείς κοντά. Ακόμα και να ήταν κάποιος όμως, δε θα μπορούσα να τον δω. Έτσι ανέβασα το ένα μου χέρι με το φακό και φώτισα όλα τα πιθανά μέρη που θα μπορούσε να με περίμενε κάποιος. Όσα φαίνονταν από τη πρώτη ματιά τουλάχιστον. Και πάλι τίποτα. Με δύο απότομες κινήσεις ανέβηκα και κόλλησα τη πλάτη μου στον τοίχο με το φακό να σημαδεύει απέναντι. Το σπίτι μου είναι αρκετά παλιό οπότε έχει ένα ασυνήθιστα μεγάλο πατάρι. Δε μπορούσα να πιστέψω ότι μπορεί να έχει έρθει κάποιος εδώ. Ακόμα και τη μέρα αυτό το μέρος είναι απαίσιο και τρομακτικό. Αν δεν υπάρχει ανάγκη, δεν ανεβαίνω εδώ πάνω για κανέναν λόγω. Ενώ το σπίτι μέσα είναι ζεστό, εδώ η θερμοκρασία πρέπει να είναι κάπου στους μηδέν βαθμούς. Δεν γίνεται να καθίσω άλλο ακίνητος, πρέπει να πάω να δω ποιος βρίσκεται εδώ μέσα!


 Έσυρα τα πόδια μου διστακτικά και πέρασα το κενό που βρίσκονταν τα σκαλιά. Στάθηκα για δυο δευτερόλεπτα και ύστερα προσπέρασα μια στοίβα κουτιών που έφτανε ως το ταβάνι. Ακόμα να δω κάτι. Έγειρα το σώμα μου από την άλλη και κοίταξα το μέρος που βρίσκεται ο πίνακας ελέγχου με τους διακόπτες. Ούτε εκεί ήταν κανείς. Όλα έδειχναν ότι έπρεπε να μπω στο μικρό αποθηκάκι που έχουμε τις αντίκες. Είχα χρόνια να πάω σε αυτό το μέρος. Είναι κάπου στη μέση του δωματίου αλλά για να μπεις πρέπει να περάσεις τη μικρή πόρτα μπουσουλώντας. Όσο κυλάει η ώρα, η ατμόσφαιρα μοιάζει όλο και περισσότερο με ταινία τρόμου. Άνοιξα τη μικρή πόρτα και την κοίταξα. Έριξα μια ματιά για τελευταία φορά πίσω μου, και έσκυψα για να περάσω. Ο διάδρομος ήταν γεμάτος σκόνη και η μυρωδιά της ναφθαλίνης ήταν ανυπόφορη. Με το που έφτασα στην άλλη άκρη κόλλησε στο πρόσωπό μου ιστός αράχνης.


(Παύλος) - ΓΑΜΩ! 


Φώναξα ασυνείδητα και προσπαθώντας να βγάλω τον ιστό από πάνω μου, μου έπεσε ο φακός και κύλησε. Έσφιξα το ρόπαλο όσο πιο πολύ μπορούσα και πήγα να τον πιάσω. Λίγο πριν τον αγγίξω με το χέρι μου απλωμένο, χτύπησα το κεφάλι μου σε κάτι!


(Παύλος) - ΑΑΧ! Το ηλίθιο πιάνο! Έπρεπε να το είχα πετάξει!


Έσκυψα πιο πολύ αυτή τη φορά και κράτησα τον φακό φωτίζοντας προς τα μπρος. Σηκώθηκα και...


(Παύλος) - Απίστευτο! Εσύ... 


Δεν είναι δυνατόν! Πως μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο! Δεν μπορώ να καταλάβω... Ακριβώς πάνω σε ένα παλιό σαπισμένο γραφείο, βρισκόταν η Στέφανη! Μα, ήταν μέσα σε ένα περιτύλιγμα! Σαν και αυτό που είχε όταν την είχα αγοράσει! Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου! Πλησίασα αργά και φώτισα στο πρόσωπο της. Τα μάτια της... Ήταν πράσινα... Σαν το χρώμα που είχε όταν την πρωτοπήρα. Έδιωξα το φακό από πάνω της και άρχισα να κοιτάω με τρόμο τριγύρω. Ποιος την έφερε εδώ; Δε μπορεί! Από τη μέρα που την έφερα να έχει καταστραφεί η ζωή μου! Όπως έψαχνα να βρω αν υπάρχει κάποιος μες το δωμάτιο όμως, άκουσα κάτι γνώριμο! Ήταν παράσιτα! Το χέρι μου που κρατούσε το φακό άρχισε να τρεμοπαίζει και προσπάθησα όσο πιο αργά και σταθερά μπορούσα να γυρίσω προς το μέρος της.


(...) - Αγάπη μου; Εγώ είμαι! Δεν είναι ανάγκη να φοβάσαι! 


(Παύλος) - Π... Ποιος είναι; 


(...) - Δεν με κατάλαβες!; 


 (Παύλος) - Ηρώ! 


Η φωνή της γυναίκας μου έβγαινε μέσα από μία κούκλα... Δεν γίνεται να συμβαίνει όντως κάτι τέτοιο... Το μυαλό μου, μου παίζει παιχνίδια!


(...) - Τώρα μπορούμε να είμαστε ξανά μαζί! Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αφαιρέσεις την συσκευασία! Δε θες να ξαναείμαστε μαζι;


(Παύλος) - Ποιος είναι; Δεν μπορεί να είναι η Ηρώ! Όποιος και να είσαι αν μου κάνεις πλάκα θα σε σκοτώσω!


Κανείς δεν ακούστηκε όμως... Και ακολούθησε ξανά σιωπή. Μέχρι που ο ήχος των παρασίτων της κούκλας την έσπασε. Αυτή τη φορά όμως δεν ακούστηκε καμία φωνή. Ήταν μια μελωδία! Ένα παιδικό τραγούδι ακουγόταν από τη Στέφανη! Πάγωσα ξανά. Ήμουν στη μέση ενός σκοτεινού δωματίου, με απέναντι μου μία κούκλα η οποία μιλούσε μόνη της. Άφησα το ρόπαλο από τα χέρια μου, και προσπάθησα όσο πιο γρήγορα μπορώ να βγάλω από πάνω της το πλαστικό περιτύλιγμα. Αφού το αφαίρεσα, τοποθέτησα τον δείκτη του δεξιού μου χεριού στο "Παύση" και τον πίεσα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Η μουσική σταμάτησε. Πήρα δυο βαθιές ανάσες όμως...


...Ήταν πίσω μου! Η μουσική που πατόντας το κουμπί της παύσης σταμάτησε, πλέον ακουγόταν πίσω μου! Έπιασα το ρόπαλο από το πάτωμα και γύρισα απότομα. Δεν είδα κάποιον αλλά η μουσική έπαιζε ακόμα. Έριξα ένα γρήγορο βλέμμα στη Στέφανη, μα δε μπορούσα να σταματήσω να την κοιτάζω! Έκλαιγε! Μα δεν ήταν όπως τις υπόλοιπες φορές... Ήταν αίμα! Τα δάκρυα της ήταν κόκκινα και η λευκή της μπλούζα είχε σχεδόν αλλάξει χρώμα. Σήκωσα το χέρι μου τρομοκρατημένος και πήγα να της σπάσω το κεφάλι με το ρόπαλο. Δε μπορούσα όμως. Η παιδική μελωδία που ηχούσε τόση ώρα σταμάτησε απότομα και τα δάκρυα της Στέφανης έγιναν ακόμα πιο έντονα. Το χρώμα τους πλέον ήταν περισσότερο μαύρο παρά κόκκινο. 


(...) - Ευχαριστώ!


Γύρισα το κεφάλι μου και στη συνέχεια το σώμα μου προς τα πίσω από όπου ακούστηκε αυτή η λέξη.


(Παύλος) - ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! 


Κρατούσα το φακό ασυνείδητα χαμηλά και πρόσεξα δύο μαύρα σαπισμένα πόδια! Με αργές κινήσεις τον τράβηξα προς τα πάνω και προσπερνώντας το σώμα, σταμάτησα στο πρόσωπο...


(Παύλος) - Ηρώ!;  


Ότι και να ήταν αυτό, ακόμα και να ήταν η γυναίκα μου σίγουρα δεν ήταν εκεί για καλό. Πέρασε μισό λεπτό και δεν ακούστηκε απάντηση. Απλά στεκόταν στο ίδιο σημείο και με κοιτούσε.


(Παύλος) - Ηρώ; Που πήγαν τα μάτια σου; Τι έκανες;


Ξανά σιωπή. Πριν προλάβω να μιλήσω όμως, άρχισε να γελάει! Στην αρχή γελούσε σιγά σα να μην ήθελε να την ακούσω, μα πλέον το γέλιο της ήταν ξεκαρδιστικό! Έπεσε στα γόνατα κάνοντας τα χέρια της γροθιές  και άρχισε να χτυπάει το πάτωμα γελώντας.


(Παύλος) - ΣΤΑΜΑΤΑ!


Έτρεξα προς το μέρος της για να τη σταματήσω. Τα χέρια της είχαν ματώσει και ξαφνικά έβγαλε έναν σουγιά από το παντελόνι της και με κοίταξε. Σταμάτησα ακριβώς από πάνω της και άρχισα να κάνω βήματα πίσω. Πως με έβλεπε; Αφού τα μάτια της έλειπαν και όλο της το πρόσωπο ήταν γεμάτο αίμα. Σηκώθηκε με σπασμωδικές κινήσεις και με πλησίασε. Εγώ τρομοκρατημένος έπιασα το ρόπαλο σφιχτά και ετοιμάστηκα να αμυνθώ. Δεν ήθελε να επιτεθεί σε εμένα όμως. Η γυναίκα μου άρχισε να τρέχει προς το μέρος της κούκλας! Σήκωσε το χέρι της με τον σουγιά και το κατέβασε απότομα προς το πορσελάνινο κεφάλι της κούκλας! Αστόχησε! Το μαχαίρι καρφώθηκε στο ξύλινο έπιπλο και η Στέφανη σταμάτησε να κλαίει. Η Ηρώ...


...Κοίταξε τη κούκλα και τη χάιδεψε στο αριστερό της μάγουλο με το ματωμένο της χέρι. Σε εκείνο το σημείο κοιτούσα μπερδεμένος. Στη συνέχεια, έπιασε το μαχαίρι και το κάρφωσε στο λαιμό της!


(Παύλος) - ΗΡΩ!


Πετάχτηκα προς το μέρος της αλλά δίχως νόημα. Το ματωμένο κενό στη θέση των ματιών της γυναίκας μου, κοίταζε προς το ταβάνι ξεψυχόντας... Όσο και να προσπαθούσα, έφυγε και δε γυρίζει πίσω...


(Βίκη) - Μπαμπά; Η Στέφανη είναι αυτή;


(Παύλος) - Βίκη; Τι κάνεις εδώ; Φύγε γρήγορα!


Όμως αντί για αυτό πλησίασε χαμογελώντας. Το πρόσωπο της ήταν ψυχρό και περπατούσε προς το μέρος μου.


(Βίκη) - Φυσικά και είναι! Μπαμπάκα... Χαχαχα!


Η Βίκη άπλωσε το χέρι της μπροστά από τα χείλη της και φύσηξε έντονα! Ο φακός έφυγε από τα χέρια μου και το σώμα μου ξάπλωσε στο πάτωμα λες και είχε μαγνήτη. Το πρόσωπο μου μπορούσε να κοιτάξει μόνο προς τα πάνω και δε μπορούσα να κουνηθώ σα να με είχαν δέσει...


Τα πάντα έσβησαν!


Άρχισα να πέφτω! Ήταν λες και η γη με τραβούσε μέσα της! Τα πάντα γύρω μου άρχισαν να μαυρίζουν όσπου χάθηκαν εντελώς...






*****




"Μια μέρα αργότερα"




(Μυρτώ) -Χαχαχαχα σιγά μη μπορεί να πετάξει κιόλας!


Που είμαι; Γιατί δεν μπορώ να κουνηθώ; "Άνοιξα τα μάτια μου αργά, και παρατήρησα δύο θολές ανθρώπινες φιγούρες." Τους ακούω. Κάτι λένε...


(Μυρτώ) - Πως είπατε πως τον λένε;


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Παύλο! Τον λένε Παύλο!


Τι συμβαίνει! Γιατί δεν μπορώ να κουνηθώ! "Το τοπίο μπροστά μου άρχισε να καθαρίζει. Κάπου το ήξερα αυτό το μέρος. Ακόμα και τον άνθρωπο που καθόταν μπροστά μου δίπλα από τη κοπέλα, κάπου τον είχα ξαναδεί!"


(Μυρτώ) - Υπέροχα! Θα το αγοράσω!


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Τέλεια! Πηγαίνετε στο ταμείο και θα σας το φέρω αμέσως!


Δε μπορώ να κουνηθώ αλλά... Κάτι νιώθω να αρχίζει να κυλάει στο μάγουλο μου... Είμαι έτοιμος να ουρλιάξω, μα δεν έχω φωνή. "Όλα άρχισαν να βγάζουν νόημα σιγά σιγά. Τότε είδα τον γέρο να σκύβει και να κοιτάει προς το μέρος μου. Χαμογελώντας μηχανικά, έβαλε το χέρι του στη συσκευασία και σκούπισε το δάκρυ μου..." 


(Ιδιοκτήτης καταστήματος) - Είχες δίκιο τελικά! Οι κούκλες δεν κλαίνε! Οι άνθρωποι όμως... Οι άνθρωποι δεν είναι κούκλες!








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις