Ο εφιάλτης του Ντόνκορ

Γιατί άραγε μία πόλη στην ιδανική γεωγραφική θέση θα μπορούσε να εγκαταλειφθεί εντελώς μέσα σε ένα βράδυ; Αυτό ήταν το μυστήριο που απασχόλησε την πρωταγωνίστρια, την Άννα Ρόουζ, από τότε που έφυγε σε ηλικία έξι ετών από το Ντόνκορ, χωρίς τον αδερφό της, τον Άρθουρ. Ούτε οι γονείς της ούτε κανένας πρώην κάτοικος του Ντόνκορ ποτέ δεν ανέφεραν την αιτία, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της ίδιας να το μάθει. Έντεκα χρόνια αργότερα, αποφάσισε να επισκεφτεί κρυφά την παλιά της πόλη, παρά την ανησυχία των άλλων. Όμως, κανείς δεν περίμενε την αλήθεια πίσω από το μυστήριο: όποιος πατούσε στο έδαφος του Ντόνκορ εξαφανιζόταν μυστηριωδώς. Ούτε καν η αστυνομία δεν τόλμησε να ερευνήσει το μέρος. Καημένη Άννα, δεν γνώριζες ποτέ πόσο επικίνδυνη ήταν η περιέργειά σου. Πώς η αφέλεια της εφηβείας σου μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες για σένα και τους γύρω σου. Το Ντόνκορ δεν ήταν μια συνηθισμένη πόλη... θυμόταν... και δεν είχε να συγχωρήσει!












Αρχή



 -Μαμά που πάμε;

-Τρέξε, δεν υπάρχει χρόνος!

-Που είναι ο Άρθουρ;

-Θα είναι καλά ο αδερφός σου, θα γυρίσουμε σύντομα...

-Φοβάμαι... Γιατί φεύγουν όλοι;

-Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα, κράτα τις δυνάμεις σου. Δεν υπάρχει χρόνος για απαντήσεις.

Η νύχτα είχε σκεπάσει το τοπίο, αλλά τα βήματα των κατοίκων της πόλης του Ντόνκορ που εδώ και μία ώρα έτρεχαν μέσα στο δάσος έσπαγαν την ησυχία. Ενώ έτρεχαν προς το άγνωστο και το σκοτάδι, κάπου στο βάθος ακούγονταν οι φωνές τους αδύναμες από την κούραση σαν ηχώ. «Προσοχή στην γέφυρα", "Ας με σκοτώσει κάποιος σας παρακαλώ". Δεν είχαν ιδέα τι θα πάθαιναν αν τους έπιανε. Όσοι σταματούσαν απλά για να πάρουν μία ανάσα, ήταν η τελευταία τους και τα ουρλιαχτά τους συνόδευαν το θόρυβο των γρύλων.

-Ο ιερέας! Που είναι ο ιερέας; Βρείτε τον!

-Μου φάνηκε ότι τον είδα να σταματάει.

-Ο μπάσταρδος! Ήθελα να τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια...

-Δεν υπάρχει νόημα πια απλά τρέξε.

-Για πόσο ακόμα... Πάρτε το απόφαση είμαστε καταδικασμένοι!

Η ώρα κυλούσε αργά. Όλοι οι κάτοικοι έτρεχαν εξαντλημένοι, άλλοι φωνάζοντας από τον τρόμο και άλλοι κλαίγοντας σαν μικρά παιδιά. Είχε χαθεί κάθε ελπίδα για αυτούς και νόμιζαν ότι είχε έρθει το τέλος. Η πανσέληνος φώτιζε τα βήματα τους... Μα ήταν μάταιο, καθώς πολλοί από αυτούς που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή άφηναν το τελευταίο τους ουρλιαχτό πατώντας πάνω στις μεταλλικές παγίδες για αγριογούρουνα και αρκούδες. Μα γιατί να τους αξίζει όλο αυτό; Τι θα μπορούσε να προκαλέσει κάτι τόσο φρικιαστικό που θα τους ανάγκαζε να τρέχουν προσπαθώντας να επιβιώσουν σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες; Τόσα αναπάντητα ερωτήματα, μα κατά βάθος ήξεραν όλοι τους πως είναι ένοχοι...σχεδόν... Όπως επίσης ήξεραν πως ούτε ο Θεός ο ίδιος δε θα τους έσωζε από κάτι τέτοιο, το ήξεραν από την αρχή... Τα κοράκια είχαν κατέβει και διέσχιζαν τα δέντρα, περιμένοντας την σίγουρη λεία τους. Απόψε, μέχρι και η φύση τους είχε εναντιωθεί. Η ομίχλη κάλυψε σαν πέπλο όλο το δάσος το οποίο θύμιζε κολαστήριο, που τους έκαιγε βασανιστικά από μέσα προς τα έξω. Ότι και αν γίνονταν στη συνέχεια, το πρωί αυτό το μέρος θα θύμιζε σκηνή πολέμου και θα έμενε στην ιστορία ως <<Το νεκροταφείο των κυνηγημένων>>.

-Πόσο μακριά μπορεί να βρίσκεται μία πόλη, ή έστω ένα χωριό...

-Η επόμενη πόλη από το Ντόνκορ είναι περίπου τριάντα χιλιόμετρα, αν βρισκόμαστε όμως στην αντίθετη κατεύθυνση...

-Σας είπα ότι ήταν κακή ιδέα! Δε συμφώνησα ποτέ! Ο γιος μου ήταν ότι πολυτιμότερο είχα και εξαιτίας σας δε θα τον δω ποτέ ξανά... Ποτέ!

-Σταμάτα! Βρισκόμαστε όλοι στην ίδια θέση, αύριο δε θα ζεις και ούτε πρόκειται να τον δεις στην κόλαση!

-Αν πάω στην κόλαση θα πάρω και εσένα μαζί μου!

Εκείνη την στιγμή ο άντρας πετάχτηκε και τον χτύπησε στο κεφάλι με τον σιδερένιο φακό του, έπεσε πάνω του και με ότι δύναμη του είχε απομείνει τον χτύπησε στο πρόσωπο με μίσος και θυμό... Ωστόσο δεν άργησε η στιγμή που και οι δυο τους χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι και άφησαν το κρύο τους πτώμα πίσω με μία έκφραση τρόμου και απόγνωσης. Η ώρα ήταν δύο και τέταρτο το πρωί, ο κρύος καλοκαιρινός αέρας ήταν παγωμένος και θέριζε σαν ξυράφι μειώνοντας ακόμη περισσότερο την οποιαδήποτε πιθανότητα επιβίωσης. Εκείνος όμως... για την ώρα ας τον πούμε κυνηγό... πλησίαζε όλο και πιο κοντά... Ακόμα και αν τα πόδια τους είχαν παραλύσει από το τρέξιμο δεν ήταν αρκετό για να του ξεφύγουν. Ωστόσο μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, εμφανίστηκε κάπου ψηλά ένα φως... Μία πηγή ελπίδας για αυτούς που είχαν καταφέρει να επιβιώσουν και ώρες τώρα καταδιώκονται από τον θάνατο.

-Βλέπω ένα φως! Μπορεί να είναι κάποιο χωριό!

-Δεν είναι χωριό... Αλλά πλησιάζουμε. Είναι μία κολόνα ρεύματος, από εδώ και πέρα χωρίζεται το δάσος στη μέση απ' τον δρόμο.

Μία κραυγή ξέσπασε μέσα στο πλήθος, αλλά δεν ήταν ούτε πόνου ούτε φόβου. Ήταν μία κραυγή χαράς... Ξαφνικά από το σημείο που τίποτα δε θα μπορούσε να αλλάξει και απλά προσπαθούσαν να καθυστερήσουν το αναπόφευκτο, μία απλή ξύλινη κολόνα του ρεύματος που υπό άλλες συνθήκες ούτε που θα την παρατηρούσαν, στα μάτια τους φαίνονταν σαν μία πηγή ζωής. Το χώμα και τα φύλλα πλέον είχαν αντικατασταθεί με άσφαλτο.

-Ακολουθήστε τον δρόμο! Που θα πάει πια, δε θα βρεθεί μία γαμημένη πόλη!

-Ελπίζω να μην είναι πολύ μακριά... Με το ζόρι με κρατάνε τα πόδια μου.

-Υπομονή σε λίγη ώρα θα...

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την τελευταία του φράση ένιωσε ένα καυτό σίδερο να τον διαπερνά από το στήθος, όπου του έκοψε την ανάσα και τον έριξε στο πάτωμα... για πάντα... Ξαφνικά τότε ξεπρόβαλε μία κοντή φιγούρα από τις σκιές στην άκρη του δρόμου δίπλα από ένα παλιό και βρώμικο αυτοκίνητο. Ήταν ένας πενηντάχρονος κυνηγός που φορούσε ένα κίτρινο καπέλο, μαύρα γυαλιστερά μποτάκια, ένα σκισμένο πουκάμισο μέσα από ένα δερμάτινο μπουφάν και κρατούσε μία καραμπίνα με τα δυο του χέρια την οποία είχε οπλίσει. Πιο πολύ με με κάου μπόι έμοιαζε από την εμφάνιση του παρά με κυνηγό. Σημάδεψε φοβισμένος προς το πλήθος που έτρεχε και φώναξε:

-Ποιοι είναι εκεί; Αν δε σταματήσετε θα με αναγκάσετε να ξαναρίξω!

Αμέσως μετά τα λόγια του, πήρε τον λόγο ο πρώτος από όλους τους κατοίκους που τύχαινε να ήταν και ο δήμαρχος του Ντόνκορ.

-Μπείτε στο αμάξι σας, και αν θέλετε την ζωή σας τρέξτε να γλυτώσετε!

-Ποιος είσαι εσύ που θα με απειλήσεις; Θέλεις να βρεθείς εκεί που είναι και ο φίλος σου;

-Σας παρακαλώ δεν σας απειλώ και δεν υπάρχει χρόνος... Απλά κάντε ότι σας λέω.

Ο κυνηγός τον σημάδεψε. "Τον έχω σίγουρα στον στόχο" σκέφτηκε. Μα καθώς ο δήμαρχος πλησίαζε μαζί με τους συμπολίτες του, ο ηλικιωμένος παρατήρησε ότι δεν ερχόντουσαν για αυτόν αλλά συνέχιζαν ευθεία σαν να έτρεχαν από κάτι... Κατέβασε το όπλο και κοίταξε ταραγμένος τον κόσμο που πέρναγε σαν αστραπή από μπροστά του. Δυστυχώς για αυτόν δε πρόλαβε να μάθει τι ήταν αυτό από το οποίο έτρεχαν. Ένα θρόισμα τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του δεξιά... Στη συνέχεια ακολούθησε ένα ουρλιαχτό τρόμου και ο ήχος των κοκάλων του που θρυμματίζονταν και έγιναν ένα με την σκόνη της ασφάλτου. Ήταν ο μόνος εκείνο το βράδυ που την πλήρωσε χωρίς να φταίει... Σχεδόν ο μόνος. Ο δήμαρχος συνέχιζε να τρέχει πυρετωδώς, "Εγώ τον προειδοποίησα" ψιθύρισε.

Το ρολόι έδειχνε τέσσερις και μισή, δύο ώρες έμειναν περίπου για φανεί το φως του ήλιου. Το Ντόνκορ δεν έχει ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό πληθυσμού και οι περισσότεροι από τους κατοίκους του, το αποκαλούν Κωμόπολη καθώς ο αριθμός τους είναι κοντά είκοσι έξι χιλιάδες άτομα. Ποιος να το έλεγε ότι μία μέρα αργότερα αυτός ο αριθμός θα έμοιαζε μακρινό παρελθόν... Για την ώρα οι επιζώντες είναι εννιά χιλιάδες και κρίνοντας από τις συνθήκες αυτό το νούμερο δε θα κρατούσε για πολύ. Όλο και περισσότεροι από αυτούς που είχαν επιβιώσει μέχρι εκείνο το σημείο, τους εγκατέλειψαν τα πόδια τους λόγω του αδιάκοπου τρεξίματος. Ο δρόμος αν και είχε φως ήταν σκοτεινός καθώς οι λάμπες ήταν παλιές και σπάνια πέρναγε κανείς το βράδυ από αυτή την διαδρομή για να τις αλλάξουν.

-Έπρεπε να ρωτήσουμε τον κωλόγερο που βρισκόμαστε...

-Τον είδες να είχε διάθεση να μιλήσει; Επίσης, αν σταματούσαμε θα κάναμε αυτή την στιγμή παρέα μαζί του.

-Θα έπρεπε όταν κάποιος περνάει τα σαράντα πέντε να του απαγορεύεται το βραδινό κυνήγι. Ο γαμημένος ο κωλόγερος σκότωσε έναν άνθρωπο χωρίς δεύτερη σκέψη...

-Ας ήταν ο μόνος...

Ο ουρανός είναι ακόμα μαύρος και τα σύννεφα σχηματίζονται σαν ψυχές δίπλα από την πανσέληνο ενώ το δάσος και η βλάστηση γύρω από τον δρόμο έχει αραιωθεί και αντικατασταθεί από έναν ξερό χωματόδρομο. Καθώς προχωρούσαν πέρασαν δίπλα από κάτι παλιές σκουριασμένες πινακίδες που κανείς τους δεν τις παρατήρησε. Είκοσι λεπτά αργότερα είχε εξαφανιστεί τελείως κάθε δέντρο και θάμνος που τους συνόδευε από την αρχή του ταξιδιού τους προς τον Γολγοθά. Τα φώτα και οι κολώνες είχαν επίσης χαθεί... Το μόνο που είχε μείνει ήταν χώμα και πέτρες.

-Αυτό ήταν χαθήκαμε. Όλα τελείωσαν...

-Δεν είναι δυνατόν! Τόσες ώρες και δεν έχουμε βρει ούτε ένα σπίτι! Ας παραδοθούμε δεν πάει άλλο...

-Να παραδοθούμε; Δεν ακούς πως φωνάζουν με απελπισία και οίκτο τόση ώρα αυτοί που έμειναν πίσω; Δε ξέρω για εσένα εγώ δεν έχω σκοπό να υποφέρω... Αν θες να εγκαταλείψεις, εγκατέλειψε μόνος σου.

Κάπου εδώ όλες αυτές οι άσκοπες συζητήσεις έλαβαν τέλος. Αν και δεν μπορούσαν να δουν καλά, παρατήρησαν κάπου στο κέντρο του ατελείωτου χωματόδρομου κάτι σαν ένα κακοσχηματισμένο τοίχος. Δεν ήταν πόλη, ούτε φαίνονταν για κανέναν οικισμό. Τι ήταν άραγε καλύτερο; Να πάνε προς το μέρος του ή να αλλάξουν προορισμό;

-Κάτι φαίνεται μπροστά μας! Τι είναι όμως;

-Κανένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο θα είναι, δεν θα βρούμε βοήθεια...

-Δεν έχουμε και πολλές επιλογές, ας πάμε προς το μέρος του.

-Ποιος ανώμαλος μπορεί να μένει σε ένα τέτοιο μέρος; Δε θα υπάρχει ψυχή.

-Αν θες να τρέχεις στη μέση του πουθενά κανείς δε θα σε εμποδίσει. Αυτό το μέρος μας δίνει μία ελπίδα.

Ελπίδα... Αυτή θα ήταν όμως η τελευταία τους ελπίδα και το γνώριζαν καλά. Πιο μπροστά βρίσκονταν ένας μισογκρεμισμένος φράκτης τον οποίο διέσχισαν από πάνω. Πλησίαζαν όλο και πιο κοντά αλλά το μέρος δεν έμοιαζε τόσο φιλικό από την πρώτη όψη. Το χώμα από σκληρό και ξερό, ήταν σίγουρα πιο μαλακό σαν να το είχε διαβεί κάποιος. Δεν πρόλαβαν όμως να καταλάβουν γιατί... Η τουλάχιστον όταν το κατάλαβαν ήταν πολύ αργά...

Ξαφνικά το σκοτεινό μέρος που βρισκόταν στην μέση του πουθενά, πήρε χρώμα και ο τόπος φώτισε. Ήταν κάτι σαν βεγγαλικά... Μόνο που από το κόκκινο, κίτρινο, πράσινο και μπλε χαρούμενο χρώμα των βεγγαλικών, το μόνο που φαινόταν ήταν το κόκκινο... Αντί για τα αστέρια και όλα αυτά τα υπέροχα σχέδια των πυροτεχνημάτων, υπήρχαν παντού στον αέρα ανθρώπινα όργανα και εντόσθια! Τις θέσεις των γέλιων του κόσμου και των παιδιών, τις είχαν αντικαταστήσει φωνές πόνου και φρίκης. Το φως του φεγγαριού αντανακλούσε στο κόκκινο χρώμα και τα σύννεφα άρχισαν να φεύγουν, σαν να μην άντεχαν το θέαμα... Το αίμα θα μπορούσε να ποτίσει όλο το μέρος που έμοιαζε με έρημο καθώς απλώνονταν με αρμονία...

Η ώρα ήταν πέντε και εικοσιτρείς το πρωί... Το ταξίδι για τους κατοίκους του Ντόνκορ έδειχνε να είχε τελειώσει. Εκτός αν...


*****


Η ιστορία συνεχίζεται... 

Η συνέχεια βρίσκεται στο παρακάτω λινκ:

https://www.wattpad.com/story/256715076-ο-εφιάλτης-του-ντόνκορ


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις