Δεν είμαι εγώ αυτός
Ο Τζακ, ένας αφοσιωμένος πατέρας, αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την ανατροφή του παιδιού του σε έναν κόσμο που συγκλονίζεται από την απόπειρα δολοφονίας της κόρης του από την ίδια της μητέρα. Σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από την σκοτεινή σκιά του παρελθόντος, αποφασίζει να ζήσει με το παιδί του σε μια απομονωμένη καλύβα δίπλα σε έναν μυστηριώδη δάσος.
Όμως, οι ελπίδες του για μια ήσυχη ζωή γρήγορα εξαφανίζονται. Η ζωή του Τζακ παίρνει μια αναπάντεχη τροπή, καθώς ανακαλύπτει ότι το παρελθόν του αρνείται να τον αφήσει σε ησυχία. Μέσα από μια σειρά ανεξήγητων γεγονότων, ο Τζακ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που ξεπερνά κάθε φαντασία. Στον κόσμο του Τζακ, όπου η πραγματικότητα διασταυρώνεται με τον τρόμο, οι απρόσμενες ανακαλύψεις θα τον οδηγήσουν σε έναν δρόμο γεμάτο μυστήριο, ανατροπές και απόκοσμη αλήθεια. Σας έχει τύχει ποτέ να αλλάξει η ζωή σας σε μια μέρα; Αν ναι, πιστέψτε με, δεν έχετε δει ξανά κάτι παρόμοιο με το τραγικό φαινόμενο που αντιμετωπίζει ο φίλος μας, ο Τζακ...
Αρχή
Η ώρα ήταν τρεις το πρωί... Τίποτα πλέον δε μπορούσε να χαλάσει αυτή την τελευταία οικογενειακή μας στιγμή.
-Το δείπνο είναι έτοιμο "φώναξα".
Η κόρη μου κάθοταν στο τραπέζι και με περίμενε. Είχα ορκιστεί να την προστατέψω από την μητέρα της, και σήμερα ήταν μία σημαντική μέρα γιατί τα κατάφερα. Σέρβιρα προσεκτικά και τοποθέτησα στη μέση του τραπεζιού ένα βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα, το αγαπημένο χρώμα της κόρης μου. Άρχισα να τρώω και της ψιθύρισα:
-Μη φοβάσαι δεν πρόκειται να μας ενοχλήσει ποτέ ξανά.Από εδώ και πέρα θα είμαστε μόνο εγώ και εσύ...Για πάντα... Δε θα μας ενοχλήσει ποτέ ξανά, κανένας...
Μία στιγμή αργότερα σηκώθηκα από το τραπέζι. Έβγαλα τα γεμάτα λάσπη ρούχα μου και φόρεσα ένα καθαρό άσπρο πουκάμισο και ένα μαύρο στενό παντελόνι. Κατευθύνθηκα προς την κουζίνα και πήρα διστακτικά ένα κουτάκι σπίρτα που βρίσκονταν δίπλα από το ψυγείο. Γύρισα πίσω στο τραπέζι εκεί όπου άφησα την κόρη μου να τρώει. Της χαμογέλασα, γιατί σήμερα ήταν πιο όμορφη από ποτέ. Κλείδωσα την πόρτα που ήταν πίσω μου και άνοιξα το πακέτο με τα σπίρτα... Αναστέναξα καθώς τράβηξα από μέσα το τελευταίο και ήμουν έτοιμος να το ανάψω. Μα πριν σας πω την συνέχεια, νομίζω πως πρέπει να συστηθώ...
Ονομάζομαι Τζακ, και η γυναίκα μου η Άννα έχει μία σπάνια ψυχολογική διαταραχή κάτι σαν σκιζοφρένια όπως είπαν και η γιατροί. Ενώ στην αρχή δεν ήταν κάτι σοβαρό και δεν είχε σοβαρές επιπτώσεις, η κατάσταση της χειροτέρευσε απότομα. Έκανα τα πάντα για να την βοηθήσω και ακολούθησα κατά γράμμα τις συμβουλές των γιατρών. Φαινόμενα όπως το να περπατάει στους διαδρόμους του σπιτιού μας αργά την νύχτα ή να προσπαθεί να σπάσει το κεφάλι της χτυπόντας το στο πάτωμα ήταν συνηθισμένα το τελευταίο δίμηνο. Έκανα υπομονή περιμένοντας ένα θαύμα για να γιατρευτεί αλλά ένα βράδυ η κατάσταση ξέφυγε. Η ώρα ήταν τρεις το πρωί και δεν είχε περάσει μία ώρα από την στιγμή που είχα κοιμηθεί γιατί εκείνο τον καιρό δούλευα ως αργά λόγω διακοπών. Τότε ήταν η στιγμή που ξύπνησα από τις φωνές τις δεκατριάχρονης κόρης μας. Έτρεξα να δω τη συμβαίνει. Κατέβηκα γρήγορα τις σκάλες και άνοιξα με δύναμη την πόρτα όπου άκουγα τις φωνές. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Η γυναίκα μου προσπαθούσε να καρφώσει ένα ψαλίδι στο λαιμό της κόρης της. Χωρίς να το σκεφτώ την έσπρωξα και αφού της το πήρα κάλεσα γρήγορα την αστυνομία και τους εξήγησα το συμβάν. Μέσα στις επόμενες μέρες οι διαδικασίες κύλησαν γρήγορα. Η πρώην γυναίκα μου κλείστηκε σε ένα ψυχιατρείο και εγώ είχα την πλήρει επιμέλεια του παιδιού μας. Όπως καταλαβαίνετε ήταν δύσκολο μετά από κάτι τέτοιο να συνεχίσουμε να μένουμε στο πατρικό μας και με την βοήθεια του αδελφού μου του Νίκου, ένα μήνα μετά έβαλα το σπίτι σε υποθήκη και νοίκιασα ένα μικρό ξύλινο σπίτι κοντά στο δάσος, που βρίσκονταν σε ένα χωριό δίπλα και μόλις τέσσερα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη. Και εδώ βρισκόμαστε τώρα. Επειδή η κόρη μου είναι στην εφηβεία και μόλις είχε συνέλθει από το σοκ δεν την έγραψα στο τοπικό σχολείο οπότε κάθε πρωί την πηγαίνω με το αμάξι μου στο σχολείο της που είναι μισή ώρα διαδρομή. Δεν θέλω να την αφήσω να πάει με το λεωφορείο γιατί είναι επιβαρυμένη ψυχολογικά και γενικά είμαι υπερπροστατευτικός πατέρας. Κάθε απόγευμα επίσης πάμε οι δυο μας στη πλατεία δίπλα από την εκκλησία του χωριού και καθόμαστε συζητόντας και σχεδιάζοντας το μέλλον. Συνήθως την παροτρύνω να γνωριστεί με τις παρέες που συχνάζουν εκεί και να κάνει νέους φίλους, όμως μετά από την συνεχόμενη άρνηση της έχω παραιτηθεί και δε την πιέζω πια. Όλα κυλούσαν ομαλά τις τελευταίες εβδομάδες... ή έτσι πίστευα... Μπορώ να πω πως έχουν περάσει τρεις μήνες από τότε που άλλαξε η ζωή μας και πλέον έχουμε βυθιστεί στην ρουτίνα. Αυτό που έγινε όμως σήμερα δε το περίμενα... Καθώς πήγα να πάρω την κόρη μου από το σχολείο, αποφάσισα να πάω να ρωτήσω για την πρόοδο της. Διασχίζοντας τους διαδρόμους οι καθηγητές με κοιτούσαν περίεργα, και όταν πήγαινα να τους μιλήσω απαντούσαν πως έχουν δουλειά και ότι βιάζονταν. Φτάνοντας στο γραφείο της διευθύντριας εκείνη με κοίταξε και ξεροκατάπιε...
-Καλημέρα ! Ήρθα να ρωτήσω για την κόρη μου.
Με χαιρέτησε διστακτικά και μετά από δέκα δευτερόλεπτα σιγής μου είπε να κάτσω στην καρέκλα που βρίσκονταν δίπλα από το γραφείο της.
-Είστε εντάξει ; "την ρώτησα".
- Ναι με συγχωρείτε, ώστε ήρθατε να μάθετε για την πορεία της κόρης σας;
- Ναι που είναι το περίεργο;
Παρατήρησα ότι για κάποιο λόγο όσο μιλούσαμε έτρεμε και κοιτούσε την πόρτα πίσω της. Στη συνέχεια ακολούθησε πάλι σιγή.
- Μήπως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να ενοχλώ ; "ρώτησα πάλι".
Πριν προλάβει να απαντήσει χτύπησε το κουδούνι και την διέκοψε.
- Με συγχωρείτε ξανά αλλά έχω μάθημα, μήπως θέλετε να περάσετε να τα πούμε αύριο ;
- Κανένα πρόβλημα. "απάντησα"
Σηκώθηκα να φύγω χωρίς να χαιρετήσω και λίγο πριν βγω από την πόρτα άκουσα την διευθύντρια να μου λέει.
- Που μένετε ;
- Ορίστε ; "λέω έκπληκτος".
- Ίσως θα μπορούσα σήμερα το απόγευμα να περάσω από το σπίτι σας για να τα πούμε μαζί με την κόρη σας.
- Μένω πολύ μακριά από το σχολείο, αλλά πως και τόσο ενδιαφέρον για το παιδί μου ;
- Τίποτα απλώς σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα...Καλή σας μέρα!
Έγνεψα σκεπτικός και απομακρύνθηκα από το γραφείο. Διασχίζοντας ξανά τους διαδρόμους παρατηρούσα τους μαθητές μέσα από τις τάξεις αλλά και τους καθηγητές ότι με κοιτούσαν σα να μου έκρυβαν κάτι. Προχώρησα βιαστικά και μπήκα μέσα στο αμάξι. Βάζοντας μπρος την μηχανή άκουσα την κόρη μου να μου λέει:
- Μπαμπά είσαι καλά ;
Την κοίταξα και με ένα κενό χαμόγελο της απάντησα:
- Μια χαρά, ποτέ δεν ήμουν καλύτερα...
Η διαδρομή για το σπίτι μου φάνηκε γρήγορη και δεν μίλησε κανένας από τους δύο.
Ήταν μία συννεφιασμένη μέρα οπότε αποφάσισα να πάμε νωρίτερα στην πλατεία γιατί φαίνονταν ότι θα βρέξει. Καθώς καθόμασταν και όλα έμοιαζαν ήρεμα νιώθω να περνάει μία πέτρα ξυστά από τον αριστερό μου ώμο. Σηκώθηκα νευριασμένος και είδα μία παρέα εφτά παιδιών να τρέχει και να γελάει. Τους πήρα στο κυνήγι γιατί θα μπορούσαν να χτυπήσουν την μονάκριβη κόρη μου, και όποιος την πλήγωνε είχα ορκιστεί ότι θα τον κάνω να το μετανιώσει. Έτρεχα όλο και πιο γρήγορα μα ήταν μάταιο, τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί πάρα πολύ και αποφάσισα να τα παρατήσω. Ομολογώ ότι δεν είμαι αθλητικός τύπος και ζαλίστηκα από το τρέξιμο. Καθώς γύριζα πίσω σκεφτόμουν διάφορα. Έφτασα στο σημείο που καθόμασταν και δεν ήταν πουθενά η κόρη μου. Τώρα που το σκέφτομαι δε θυμάμαι σήμερα να είχε έρθει μαζί μου αλλά θυμάμαι να βρίσκεται δίπλα μου και να μου μιλάει. Είχε αρχίσει ήδη να ψιχαλίζει οπότε έφυγα για το σπίτι. Δίπλα μία ακόμα παρέα εφήβων με κοίταζε και γέλαγε. Εκνευρίστηκα και περνώντας δίπλα αναφώνησα:
- Δεν καταλαβαίνω που είναι το πρόβλημα σας!
Συνέχισαν να γελούν και να μιλάνε μεταξύ τους αλλά δεν έδωσα σημασία. Δύο λεπτά αργότερα είχε σκοτεινιάσει ο ουρανός και έβρεχε ορμητικά. Με δυσκολία έβλεπα τον σκοτεινό δρόμο της επιστροφής. Για κάποιον παράξενο λόγο μου φαίνοταν οικεία αυτή η μοναξιά της επιστροφής αν και κάθε μέρα γύριζα μαζί με την κόρη μου. Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Νιώθω σαν το μυαλό μου να παίζει παιχνίδια και να προσπαθεί να μου στείλει με κάποιον τρόπο ένα σήμα. Σε δύο λεπτά θα είμαι σπίτι λέω από μέσα μου, και ενώ πλησιάζω βήμα βήμα, παρατηρώ κάτι ασυνήθιστο... Είναι ένα μαύρο αυτοκίνητο παρκαρισμένο τρία μέτρα έξω από την πόρτα του σπιτιού μου. Ποιος μπορεί να είναι; Πάγωσα, όποιος και να είναι, ήρθε για να κάνει κακό την κόρη μου σκέφτηκα από μέσα μου. Χωρίς να το σκεφτώ πήρα ένα τσεκούρι που είχα καρφώσει πάνω σε ένα ξύλο κοντά στην αποθήκη και πλησίασα με γρήγορα βήματα την πόρτα. Κάθε στιγμή έμοιαζε με αιώνας, άγγιξα το παγωμένο πόμολο της πόρτας και ανοίγοντας δε μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου από αυτό που είδα...
- Άννα ; Μα πως ; Τι κάνεις εσύ εδώ ;
Πριν προλάβω να αντιδράσω βλέπω μία φιγούρα που κρατούσε ένα ρόπαλο να έρχεται προς το μέρος μου. Με μία επιδέξια κίνηση απέφυγα την επίθεση και τον χτύπησα με το τσεκούρι στο δεξί του πλευρό. Έπεσε κάτω αιμορραγώντας ενώ δε μπορούσα να καταλάβω γιατί να μου επιτεθεί και πόσο μάλλον γιατί να πάρει το μέρος της σιχαμένης πρώην γυναίκας μου.
- Τον σκότωσες! "την άκουσα να φωνάζει".
Εκείνος σπάραζε από τον πόνο ενώ με αποκαλούσε τέρας, μα κάπου την είχα ξανακούσει αυτή την φωνή. Γύρισα προς το μέρος του και τον κοίταξα με τρόμο... Αυτός ήταν ο Νίκος. Δεν μπορώ να καταλάβω, όλα γυρνάνε μέσα στο κεφάλι μου, γιατί ο ίδιος μου ο αδερφός να κάνει κάτι τέτοιο. Καθώς σκέφτομαι όλα αυτά ακούω την Άννα να λέει:
- Σου αξίζει να πεθάνεις τέρας...τέρατα σαν και εσένα δεν έχουν θέση ούτε στη κόλαση.
Ακούγοντας τα λόγια της επανήλθα στην πραγματικότητα, έσφιξα την γροθιά μου και απάντησα:
- Η κόρη μου, που είναι η κόρη μου; Τι της έκανες; Αν την άγγιξες θα σε σκοτώσω !
Έσφιξα και με τα δύο χέρια το τσεκούρι, είχα τρελαθεί στην ιδέα ότι μπορεί να πείραξε το παιδί μου. Αντί να μιλήσει όμως με πλησίασε με αργό ρυθμό. Ήμουν έτοιμος να της επιτεθώ αλλά τότε μου ψιθύρισε:
- Η κόρη σου είναι νεκρή, την σκότωσες πριν τρεις μήνες.
Εκείνη την στιγμη έπιασε το κηροπήγιο που βρίσκονταν στο τραπέζι και μου όρμησε.
Την χτύπησα με το τσεκουρι στο χέρι και αφοπλίζοντας την της λέω:
- Σταμάτα, το ξέρεις πως δεν έχει πεθάνει...
Ξεστομίζοντας αυτό άρχισε να κυλάει ένα δάκρυ κάτω από το μέτωπο μου. Το σώμα μου παρέλυσε, έπεσα στα γόνατα και κοίταξα με απόγνωση το δήθεν δωμάτιο του παιδιού μου.
Μόνο μία λέξη μπορούσε να βγει εκείνη την στιγμή από τα χείλη μου.
- Όχι...Όχι...
Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Ήταν μαζί μου. Αλήθεια ήταν μαζί μου. Δεν γίνεται να ήταν μία ψευδαίσθηση, όλες οι αναμνήσεις... Χωρίς να το καταλάβω βγήκε ένα ουρλιαχτό από το στόμα μου. Τώρα θυμήθηκα, όλα ξεκαθάρισαν...
- Όχι δεν μπορεί να είμαι τρελός.
Το μάτι μου γύρισε και το βλέμμα μου καρφώθηκε στην πρώην γυναίκα μου που προσπαθούσε να κλείσει την πληγή στο χέρι της. Σηκώθηκα στο ένα μου πόδι και το κλάμα μου είχε σταματήσει. Με κοίταξε και είπε:
- Τέρας, την σκότωσες... Την σκότωσες, δεν είσαι άνθρωπος εσύ, δεν μπορεί να υπάρχει τόσο σιχαμένος άνθρωπος σαν και εσένα.
Μέσα στο χάος των σκέψεων μου την έπιασα με το ένα χέρι απαλά από τον λαιμό.
- Το ξέρω, είναι νεκρή...
Ήθελα να κλάψω αλλά δεν βγήκε από μέσα μου. Όμως μέσα στην οργή μου βγήκε ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα... Σηκώθηκα στα δυο μου πόδια και κάθισα από πάνω της, της έσφιξα τον λαιμό της με τα δυο μου χέρια και μέσα στην θολούρα σχηματίστηκε ένα γέλιο στο πρόσωπο μου. Δεν είχα γελάσει ποτέ μου τόσο έντονα, άρχισαν να πέφτουν δάκρυα από το πρόσωπο μου μα δεν ήταν λύπης, ήταν χαράς... Γιατί ήξερα πως μετά από αυτό τίποτα δε θα με εμπόδιζε να ζήσω ευτυχισμένος με την οικογένεια μου. Καθώς στραγγάλιζα την γυναίκα μου με τα ίδια μου τα χέρια το γέλιο μου σκέπαζε τον ήχο του κλάματος της και το πρόσωπο της σχημάτιζε όλο και πιο έντονα μία πηγή τρόμου και απόγνωσης. Όσο πέθαινε αυτή εγώ πέθαινα στα γέλια, δεν υπάρχει εξήγηση για το συναίσθημα αυτό. Δυστυχώς δεν αργησε να αφήσει την τελευταία της πνοή και σηκώθηκα από το πτώμα της κοιτάζοντας τον αδερφό μου. Το κλάμα του έκανε το γέλιο μου ακόμα πιο έντονο, τόσο έντονο που έπεσα κάτω πιάνοντας το στομάχι μου από πόνο. Τον άκουσα να επαναλαμβάνει την φράση:
- Τι είναι πια τόσο αστείο!
Σταμάτησα για λίγο και παρατηρώντας τον, σηκώθηκα και βγήκα έξω από το σπίτι. Απόψε ο ουρανός γελάει μαζί μου φώναξα και έπεσα γονατιστός στο λασπωμένο έδαφος από την βροχή! Δεν ξέρω τι πάει να πει ευτυχία, αλλά αν ήξερα σίγουρα θα ήταν αυτό το συναίσθημα... Η βροχή απόψε ήταν πιο απότομη από ποτέ και το φεγγάρι κόκκινο σαν αίμα. Σηκώθηκα και άρχισα να χορεύω φωνάζοντας:
- Θυμάμαι! Θυμάμαι!
Τότε χοροπηδόντας μπήκα στην αποθήκη εκεί όπου πήρα ένα φτυάρι. Κλώτσησα με χαρά την πόρτα του σπιτιού και μπήκα να τελειώσω ότι άρχισα. Στέκομαι πάνω από τον μισοπεθαμένο αδερφό μου και του λέω:
- Μην αγχώνεσαι, όλα τώρα αρχίζουν.
Βγαίνω τρέχοντας και πάω στο πίσω μέρος του δάσους και στέκομαι κάτω από ένα σαπισμένο δέντρο. Μα πως σε ξέχασα λέω από μέσα μου γελώντας. Κάρφωσα το φτυάρι στο έδαφος και άρχισα να σκάβω. Μέσα σε δύο ώρες τελείωσα, την τράβηξα από το χέρι σαν να το ήθελε. Σαν να περίμενε να την βγάλω... Την αγκάλιασα σφιχτά, είχα ξεχάσει πως ήταν αυτό το συναίσθημα. Βιαστικά μπήκαμε μέσα στο σπίτι...την άφησα στο στην καρέκλα δίπλα στο τραπέζι και της λέω " περίμενε ". Ο αδερφός μου στο πάτωμα μέσα σε μία λίμνη αίματος ίσα που μπορούσε να δει από το ένα του μάτι. Τον έβαλα στους ώμους μου και του τραγουδούσα καθώς τον πήγαινα να του δείξω την τρύπα κάτω από το δέντρο.
- Κοίτα Νίκο, αυτό είναι σημαντικό μέρος για μένα, θέλω να το προσέχεις!
Τον πέταξα στην τρυπα και έθαψα όσο περισσότερο από το σώμα του μπορούσα αφήνοντας το κεφάλι έξω. Τον φίλησα στο μέτωπο και του λέω:
- Δε χανόμαστε!
Νομίζω πως όλα είναι στη θέση τους. Γεμάτος ενθουσιασμό κατευθύνομαι προς το σπίτι. Ήρθε η ώρα να πάρουμε την ιστορία από την αρχή...
Η ώρα ήταν τρεις το πρωί... Τίποτα πλέον δε μπορούσε να χαλάσει αυτή την τελευταία οικογενειακή μας στιγμή.
-Το δείπνο είναι έτοιμο "φώναξα".
Η κόρη μου κάθοταν στο τραπέζι και με περίμενε. Είχα ορκιστεί να την προστατέψω από την μητέρα της, και σήμερα ήταν μία σημαντική μέρα γιατί τα κατάφερα. Σέρβιρα προσεκτικά και τοποθέτησα στη μέση του τραπεζιού ένα βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα, το αγαπημένο χρώμα της κόρης μου. Άρχισα να τρώω και της ψιθύρισα:
-Μη φοβάσαι δεν πρόκειται να μας ενοχλήσει ποτέ ξανά.Από εδώ και πέρα θα είμαστε μόνο εγώ και εσύ...Για πάντα... Δε θα μας ενοχλήσει ποτέ ξανά, κανένας...
Μία στιγμή αργότερα σηκώθηκα από το τραπέζι. Έβγαλα τα γεμάτα λάσπη ρούχα μου και φόρεσα ένα καθαρό άσπρο πουκάμισο και ένα μαύρο στενό παντελόνι. Κατευθύνθηκα προς την κουζίνα και πήρα διστακτικά ένα κουτάκι σπίρτα που βρίσκονταν δίπλα από το ψυγείο. Γύρισα πίσω στο τραπέζι εκεί όπου άφησα την κόρη μου να τρώει. Της χαμογέλασα, γιατί σήμερα ήταν πιο όμορφη από ποτέ. Κλείδωσα την πόρτα που ήταν πίσω μου και άνοιξα το πακέτο με τα σπίρτα... Αναστέναξα καθώς τράβηξα από μέσα το τελευταίο και ήμουν έτοιμος να το ανάψω. Μα για άλλη μια φορά ξέχασα να συστηθώ...
Με λένε Τζακ και πριν τρεις μήνες σκότωσα την κόρη μου. Τα τελευταία δύο χρόνια έχω διαγνωστεί με μία ψυχολογική διαταραχή που κανένας γιατρός στον κόσμο δεν μπορεί να εξηγήσει. Παρόλα αυτά , αισθάνομαι ο εαυτός μου περισσότερο από ποτέ. Ενώ οι γιατροί επέμεναν να με κλείσουν σε ψυχιατρείο η γυναίκα μου με την υποστήριξη του αδερφού μου θεώρησαν πως δεν είμαι τόσο σοβαρά άρρωστος. Τα τελευταία δύο χρόνια έχω σκοτώσει τουλάχιστον δεκατέσσερα θύματα μαζί με τρία παιδιά και την κόρη μου. Δυστυχώς όταν το ανακάλυψαν η Άννα με τον αδερφό μου ήταν πια αργά.Το τελευταίο που θυμάμαι είναι να μπαίνω στο δωμάτιο και να μαχαιρώνω την κόρη μου έντεκα φορές με ένα ψαλίδι. Τους τρεις μήνες που πέρασαν με έψαχναν προσπαθόντας να διορθώσουν το κακό που προκάλεσα. Μόλις βρήκαν που έμενα, δεν ήταν φαίνεται τόσο έξυπνο εκ μέρους του Νίκου να μην καλέσει την αστυνομία. Ανά καιρούς το μυαλό μου δημιουργεί κόσμους φτιαγμένους από παραισθήσεις και με αναγκάζει να ζω μέσα σε μία ψεύτικη πραγματικότητα κάνοντας πράγματα που δεν είναι επιλογή μου. Είναι ωραίο το ομολογώ, αν και αυτό που θα είμαι αύριο δεν ξέρω αν θα έχει την ίδια άποψη. Δεν πειράζει είναι πολύ αργά για μένα. Όσο και να με χαροποιεί ο θάνατος της κόρης μου ήταν η μόνη που αγαπούσα... Αυτή είναι η τελευταία μας στιγμή σαν οικογένεια, μέσα σε αυτό το ξύλινο φρούριο από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, γεμάτο εκρηκτικά... Απόψε της έφτιαξα το αγαπημένο της φαγητό μαζί με θειάφι και τα πυροτεχνήματα που λάτρευε να βλέπει. Αν αυτό δεν είναι αγάπη τότε τί μπορεί να είναι ;
Η ώρα ήταν τρεις το πρωί... Τίποτα πλέον δε μπορούσε να χαλάσει αυτή την τελευταία οικογενειακή μας στιγμή. Απολύτως τίποτα...




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου